Η βροχή
φώλιασε στην ψυχή μου
Δεν μπόρεσα να φυλαχτώ
Στραγγίζω σκέψεις
Με πλημμύρισαν
ποτάμια
Θα φτιάξει ο καιρός
Ίσως και αύριο
Κι αυτός ο ήλιος
όταν βγαίνει
Δεν τον προσέχω
Αχάριστη ψυχή μου !
Αχάριστη!
Η βροχή
φώλιασε στην ψυχή μου
Δεν μπόρεσα να φυλαχτώ
Στραγγίζω σκέψεις
Με πλημμύρισαν
ποτάμια
Θα φτιάξει ο καιρός
Ίσως και αύριο
Κι αυτός ο ήλιος
όταν βγαίνει
Δεν τον προσέχω
Αχάριστη ψυχή μου !
Αχάριστη!
Βράδιασε
κι η θλίψη
του κόσμου
στρώθηκε καπνίζοντας
στα μπαλκόνια.
Βλέπω τις μικρές φλόγες
καθώς αλλάζει χέρια,
μυρίζω τις στάχτες της.
Ακόμα κι αυτή η ξεχασμένη
ελπίδα στα κάγκελα ,
μοιάζει να κρύβεται κουρασμένη
πίσω από τα γεράνια.
Οι φωνές μακρινές ,
άνθρωποι και έντομα
στο λιγοστό φως
ψιθυρίζουν ερωτόλογα
σπάζοντας την σιωπή
εν μέσω θέρους.
με τα χέρια ανοιχτά,
κρεμασμένα σαν
σε αόρατο σταυρό
Με το κεφάλι βυθισμένο στο νερό
να σβήνει όλο τον θόρυβο που
κουβαλούσε η στεριά
και τα μαλλιά σκόρπια
γυαλιστερά,
μαύρα φίδια
να απομακρύνονται
απ' τις σκέψεις που
μ' οδήγησαν σε σένα.
Τα πόδια δίπλωσαν
σ' ένα ελαφρύ
σταυροπόδι
και σαν σε θαλάσσια προσευχή
αφέθηκα στην σιωπή
του γαλάζιου που με τύλιξε.
Ω θάλασσα μοιραία και
θαυματουργή
πόση αλμύρα
να φυλάξω
τις ώρες που δεν σ' ανταμώνω!
Ταράζουμε για λίγα λεπτά το μυαλό μας και μετά κουρασμένοι ξεπέφτουμε στο πρώτο δεκανίκι που θα μας πετάξουν.
Ζητωκραυγάζουν οι φθηνές κόπιες του διαδικτύου μοιράζοντας χαμόγελα ποτισμένα επιτυχία.
Ανάθεμα με κι αν κατάλαβα πόσο γελοία και θλιβερή έγινε η ζωή που ονειρευτήκαμε κάπου εκεί στα δεκάξι, κάνοντας τράκα και καπνίζοντας κρυφά ένα Old Navy Παπαστράτος.